διῆγε


διῆγε
см. διάγω

Ancient Greek-Russian simple. 2014.

Смотреть что такое "διῆγε" в других словарях:

  • διῆγε — διάγω carry over imperf ind act 3rd sg (attic epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • PASSE-TEMPS et PASSER LE TEMPS — PASSE TEMPS, et PASSER LE TEMPS i. e. tempus transigere, dicitur apud Gallos, de his qui ludô tempus ducunt; quasi optime illi tempus terant, qui per ludum et oblectationes illud transigunt. Ex Graeco διάγειν, quod Latinis est avocare. Hinc Arnob …   Hofmann J. Lexicon universale

  • Λουδοβίκος — I (γαλλ. Luis, γερμ. Ludwig). Όνομα τεσσάρων αυτοκρατόρων της Αγίας Ρωμαϊκής αυτοκρατορίας του Γερμανικού έθνους. 1. Λ. Α’, ο Ευσεβής ή Αγαθός (γερμ. Ludwig der Fromme, γαλλ. Louis le Pieux ή Louis le Debonnaire, Σασενέιγ, Ακουιτανία 778 –… …   Dictionary of Greek

  • Λουκέρνη — (γερμ. Luzern, γαλλ. Lucerne, ιταλ. Lucerna). Πόλη (59.500 κάτ. το 2000) της κεντρικής Ελβετίας, πρωτεύουσα του ομώνυμου καντονιού (1.493 τ. χλμ., 349.600 κάτ. το 2001). Βρίσκεται στη βορειοδυτική όχθη της λίμνης των Τεσσάρων Καντονιών, πιο… …   Dictionary of Greek

  • Μέσμερ, Φραντς Άντον — (Franz Friedrich Anton Mesmer, Κωνσταντία Γερμανίας 1734 – Μέερσμπουργκ 1815). Γερμανός γιατρός. Ο M., ο οποίος σπούδασε φιλοσοφία και ιατρική στο Πανεπιστήμιο της Βιέννης, έγινε γνωστός από τις μελέτες που διεξήγαγε σχετικά με τις θεραπευτικές… …   Dictionary of Greek

  • Μεσσαλίνα — I Όνομα δύο Ρωμαίων αυτοκρατειρών. 1. Βαλέρια Μ. (Valeria Messalina, περ. 25 – 48 μ.Χ.). Ρωμαία αυτοκράτειρα, τρίτη σύζυγος του αυτοκράτορα Κλαύδιου (41 54 μ.Χ.) και μητέρα της Οκταβίας, μετέπειτα σύζυγο του Νέρωνα και του Βρετανικού. Ήταν κόρη… …   Dictionary of Greek

  • Μετοχίτης, Θεόδωρος — (Κωνσταντινούπολη 1270 – 1332). Πολιτικός, συγγραφέας, καθώς και ένας από τους βασικούς εκπροσώπους του βυζαντινού ουμανισμού. Γιος του διπλωμάτη και θεολόγου Γεωργίου M., ο Θεόδωρος παρουσίασε την κλίση του στα γράμματα, σε πολύ νεαρή ηλικία. Ο… …   Dictionary of Greek